Θεραπευτικές προσεγγίσεις

Προσωποκεντρική Προσέγγιση

Αποδοχή, ενσυναίσθηση και αυθεντική σύνδεση ως βάση της θεραπείας.

Η Προσωποκεντρική Προσέγγιση είναι μια ανθρωπιστική μορφή ψυχοθεραπείας που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο όχι ως ένα σύνολο συμπτωμάτων ή διαγνώσεων, αλλά ως ένα μοναδικό πρόσωπο με προσωπική ιστορία, ανάγκες, δυνατότητες, αξίες και δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού.

Στο επίκεντρο της θεραπείας βρίσκεται η πεποίθηση ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει τη δυνατότητα να κατανοήσει βαθύτερα τον εαυτό του, να αναπτυχθεί και να κινηθεί προς μια περισσότερο αυθεντική και ικανοποιητική ζωή, όταν βρίσκεται μέσα σε μια ασφαλή και αποδεκτική θεραπευτική σχέση.

Ο ψυχολόγος δεν παρουσιάζεται ως αυθεντία που γνωρίζει καλύτερα από τον θεραπευόμενο τι πρέπει να κάνει. Προσφέρει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο το άτομο μπορεί να ακούσει τον εαυτό του, να αναγνωρίσει τις ανάγκες του και να διαμορφώσει τις δικές του αποφάσεις.

Ο άνθρωπος πέρα από το σύμπτωμα

Ένας άνθρωπος μπορεί να αναζητήσει βοήθεια για:

  • άγχος,
  • κατάθλιψη,
  • κρίσεις πανικού,
  • πένθος,
  • δυσκολίες στις σχέσεις,
  • χαμηλή αυτοεκτίμηση,
  • μοναξιά,
  • επαγγελματική εξουθένωση,
  • σύγχυση σχετικά με την ταυτότητά του,
  • σημαντικές αλλαγές ζωής.

Η Προσωποκεντρική Προσέγγιση δεν αγνοεί τα συμπτώματα. Προσπαθεί, όμως, να κατανοήσει το άτομο που τα βιώνει.

Δεν ρωτά μόνο:

«Πώς θα σταματήσει το άγχος;»

Ρωτά επίσης:

  • Τι σημαίνει αυτή η δυσκολία για εσένα;
  • Πώς έχεις μάθει να αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου;
  • Ποιες ανάγκες σου δεν έχουν ακουστεί;
  • Ποια συναισθήματα δυσκολεύεσαι να εκφράσεις;
  • Πότε αισθάνεσαι ότι πρέπει να κρύψεις αυτό που πραγματικά είσαι;
  • Ποια ζωή θα ήταν περισσότερο αυθεντική για εσένα;

Επεξήγηση

Η προσωποκεντρική προσέγγιση δίνει έμφαση στη θεραπευτική σχέση και στην ικανότητα του ανθρώπου να αναπτύσσεται όταν νιώθει ουσιαστικά αποδεκτός.

Η θεραπευτική σχέση

Στην Προσωποκεντρική Προσέγγιση, η ποιότητα της σχέσης ανάμεσα στον ψυχολόγο και στον θεραπευόμενο αποτελεί βασικό μέρος της θεραπείας.

Η σχέση χαρακτηρίζεται από:

  • αποδοχή,
  • σεβασμό,
  • ενσυναίσθηση,
  • αυθεντικότητα,
  • εμπιστευτικότητα,
  • απουσία επικριτικής στάσης,
  • ειλικρινή ανθρώπινη παρουσία.

Μέσα σε αυτή τη σχέση, το άτομο μπορεί σταδιακά να νιώσει ότι δεν χρειάζεται να προσποιείται, να αποδεικνύει την αξία του ή να παρουσιάζεται διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι.

Η θεραπεία προσφέρει έναν χώρο όπου μπορούν να συνυπάρξουν η δύναμη και η ευαλωτότητα, η βεβαιότητα και η αμφιβολία, η ανάγκη για σύνδεση και ο φόβος της εγγύτητας.

Οι βασικές θεραπευτικές συνθήκες

1. Ενσυναίσθηση

Ενσυναίσθηση σημαίνει ότι ο ψυχολόγος προσπαθεί να κατανοήσει την εμπειρία του θεραπευόμενου από τη δική του οπτική.

Δεν αρκείται στο να ακούσει τα γεγονότα. Προσπαθεί να κατανοήσει:

  • πώς τα βιώνει το άτομο,
  • τι αισθάνεται,
  • τι φοβάται,
  • τι σημαίνουν για εκείνο,
  • ποια ανάγκη βρίσκεται πίσω από τα λόγια του.

Η ενσυναίσθηση δεν σημαίνει ότι ο ψυχολόγος συμφωνεί με κάθε σκέψη ή συμπεριφορά. Σημαίνει ότι προσπαθεί να κατανοήσει βαθύτερα τον εσωτερικό κόσμο του άλλου χωρίς να τον απορρίπτει.

2. Ανεπιφύλακτη θετική αποδοχή

Η αποδοχή σημαίνει ότι ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται με αξιοπρέπεια, ακόμη και όταν δυσκολεύεται, κάνει λάθη ή εκφράζει συναισθήματα που θεωρεί μη αποδεκτά.

Ο θεραπευόμενος μπορεί να μιλήσει για:

  • θυμό,
  • ζήλια,
  • φόβο,
  • ντροπή,
  • ενοχή,
  • αμφιθυμία,
  • αποτυχίες,
  • ανάγκες που δυσκολεύεται να αναγνωρίσει.

Ο ψυχολόγος δεν εγκρίνει κάθε συμπεριφορά και δεν καταργεί την προσωπική ευθύνη. Διαχωρίζει, όμως, την αξία του ανθρώπου από τις επιλογές και τα λάθη του.

Το άτομο μπορεί να μάθει:

«Έκανα κάτι που χρειάζεται να αναλάβω, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αξίζω σεβασμό ή αλλαγή.»

3. Αυθεντικότητα και γνησιότητα

Ο ψυχολόγος δεν κρύβεται πίσω από έναν ψυχρό ή απόμακρο επαγγελματικό ρόλο. Είναι παρών με ειλικρίνεια, συνέπεια και σαφή όρια.

Η αυθεντικότητα δεν σημαίνει ότι μοιράζεται ανεξέλεγκτα προσωπικές πληροφορίες ή μεταφέρει τις δικές του ανάγκες στη θεραπεία.

Σημαίνει ότι:

  • δεν προσποιείται,
  • δεν χρησιμοποιεί τεχνικές μηχανικά,
  • αναγνωρίζει όσα συμβαίνουν στη θεραπευτική σχέση,
  • επικοινωνεί με σαφήνεια,
  • διατηρεί συνεπή στάση και επαγγελματικά όρια.

Η αίσθηση ότι «δεν είμαι αρκετός»

Πολλοί άνθρωποι μεγαλώνουν πιστεύοντας ότι η αποδοχή εξαρτάται από συγκεκριμένες προϋποθέσεις:

«Θα με αγαπούν αν είμαι ήσυχος.»

«Θα αξίζω αν πετυχαίνω.»

«Δεν πρέπει να απογοητεύω κανέναν.»

«Δεν επιτρέπεται να θυμώνω.»

«Πρέπει να είμαι πάντα δυνατός.»

«Οι ανάγκες των άλλων είναι σημαντικότερες από τις δικές μου.»

Αυτές οι προϋποθέσεις αξίας μπορεί να οδηγήσουν το άτομο να απομακρυνθεί από τις πραγματικές ανάγκες και τα συναισθήματά του.

Μπορεί να προσπαθεί συνεχώς:

  • να ευχαριστεί τους άλλους,
  • να αποφεύγει τη σύγκρουση,
  • να είναι τέλειο,
  • να κρύβει την ευαλωτότητα,
  • να καταπιέζει τον θυμό,
  • να προσαρμόζεται υπερβολικά,
  • να αναζητά εξωτερική επιβεβαίωση.

Η θεραπεία βοηθά το άτομο να αναρωτηθεί:

«Ποιος είμαι πέρα από όσα περιμένουν οι άλλοι από εμένα;»

Ο πραγματικός και ο ιδανικός εαυτός

Ο άνθρωπος μπορεί να έχει μια εικόνα για το πώς πιστεύει ότι πρέπει να είναι:

  • πάντα δυνατός,
  • επιτυχημένος,
  • ψύχραιμος,
  • διαθέσιμος,
  • παραγωγικός,
  • αγαπητός σε όλους.

Όταν η πραγματική εμπειρία του διαφέρει πολύ από αυτή την ιδανική εικόνα, μπορεί να δημιουργείται εσωτερική ασυμφωνία.

Για παράδειγμα:

«Πρέπει να είμαι δυνατός, αλλά αισθάνομαι εξαντλημένος.»

«Πρέπει να είμαι ευγνώμων, αλλά αισθάνομαι θυμό.»

«Πρέπει να συγχωρήσω, αλλά ακόμη πονάω.»

«Πρέπει να ξέρω τι θέλω, αλλά αισθάνομαι χαμένος.»

Η Προσωποκεντρική Προσέγγιση βοηθά τον άνθρωπο να αναγνωρίσει την πραγματική του εμπειρία χωρίς να την απορρίπτει επειδή δεν ταιριάζει με το πώς θεωρεί ότι θα έπρεπε να είναι.

Αποδοχή δεν σημαίνει παραίτηση

Η αποδοχή του εαυτού δεν σημαίνει:

  • ότι το άτομο δεν χρειάζεται να αλλάξει,
  • ότι δικαιολογεί κάθε συμπεριφορά,
  • ότι δεν αναλαμβάνει ευθύνη,
  • ότι εγκαταλείπει τους στόχους του,
  • ότι παραμένει σε επιβλαβείς καταστάσεις.

Η ουσιαστική αλλαγή συχνά αρχίζει όταν ο άνθρωπος σταματήσει να πολεμά ή να τιμωρεί τον εαυτό του και μπορέσει να τον παρατηρήσει με ειλικρίνεια.

Αντί για:

«Πρέπει να αλλάξω επειδή δεν αξίζω όπως είμαι»,

μπορεί να αναπτυχθεί η στάση:

«Αξίζω φροντίδα και γι’ αυτό επιλέγω να αλλάξω όσα με πληγώνουν ή πληγώνουν τους άλλους.»

Πώς βοηθά ο ψυχολόγος

1. Ακούει χωρίς να κρίνει

Ο ψυχολόγος προσφέρει ενεργητική και προσεκτική ακρόαση.

Δεν βιάζεται:

  • να δώσει συμβουλές,
  • να εξηγήσει,
  • να διορθώσει,
  • να διαγνώσει,
  • να κλείσει τη συζήτηση με μια γρήγορη λύση.

Βοηθά το άτομο να ακούσει με μεγαλύτερη καθαρότητα όσα ήδη υπάρχουν μέσα του.

2. Αντανακλά την εμπειρία

Μέσα από τις θεραπευτικές αντανακλάσεις, ο ψυχολόγος μπορεί να βοηθήσει το άτομο να αναγνωρίσει συναισθήματα ή ανάγκες που δυσκολεύεται να ονομάσει.

Για παράδειγμα:

«Ακούγεται σαν να προσπαθείς για πολύ καιρό να δείχνεις δυνατός, ενώ μέσα σου αισθάνεσαι μόνος και εξαντλημένος.»

Η αντανάκλαση δεν αποτελεί αυθαίρετη ερμηνεία. Προσφέρεται ως πιθανή κατανόηση την οποία ο θεραπευόμενος μπορεί να επιβεβαιώσει, να διορθώσει ή να απορρίψει.

3. Βοηθά στην αναγνώριση συναισθημάτων

Το άτομο μπορεί να έχει μάθει να αγνοεί ή να φοβάται τα συναισθήματά του.

Μπορεί να λέει:

«Δεν ξέρω τι αισθάνομαι.»

«Δεν πρέπει να θυμώνω.»

«Αν αρχίσω να κλαίω, δεν θα σταματήσω.»

Ο ψυχολόγος βοηθά το άτομο:

  • να αναγνωρίζει το συναίσθημα,
  • να το ονομάζει,
  • να παρατηρεί πώς εκδηλώνεται στο σώμα,
  • να κατανοεί ποια ανάγκη εκφράζει,
  • να το αντέχει χωρίς να κατακλύζεται.

4. Αναγνωρίζει τις ανάγκες πίσω από τη συμπεριφορά

Μια συμπεριφορά μπορεί να κρύβει μια βαθύτερη ανάγκη.

Για παράδειγμα:

  • η υπερβολική προσαρμογή μπορεί να κρύβει φόβο απόρριψης,
  • ο θυμός μπορεί να κρύβει αίσθημα αδικίας,
  • η απομάκρυνση μπορεί να προστατεύει από τον φόβο οικειότητας,
  • η τελειομανία μπορεί να συνδέεται με την ανάγκη αποδοχής,
  • η συνεχής φροντίδα των άλλων μπορεί να κρύβει φόβο εγκατάλειψης.

Ο στόχος δεν είναι να δικαιολογηθεί η συμπεριφορά, αλλά να κατανοηθεί ώστε να μπορεί να αλλάξει.

5. Ενισχύει την εμπιστοσύνη στον εαυτό

Πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να αμφισβητούν συνεχώς τις ανάγκες και τις αποφάσεις τους.

Ρωτούν:

  • «Τι θα έπρεπε να θέλω;»
  • «Τι θα σκεφτούν οι άλλοι;»
  • «Μήπως είμαι υπερβολικός;»
  • «Έχω δικαίωμα να πω όχι;»

Η θεραπεία βοηθά το άτομο να αναπτύξει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην εσωτερική του εμπειρία, χωρίς να αγνοεί την πραγματικότητα ή την επίδραση των επιλογών του στους άλλους.

6. Υποστηρίζει τη λήψη προσωπικών αποφάσεων

Ο ψυχολόγος δεν αποφασίζει:

  • αν το άτομο πρέπει να χωρίσει,
  • ποια εργασία πρέπει να επιλέξει,
  • ποιον πρέπει να συγχωρήσει,
  • ποια ζωή πρέπει να ζήσει.

Βοηθά τον θεραπευόμενο να κατανοήσει:

  • τι αισθάνεται,
  • τι χρειάζεται,
  • τι φοβάται,
  • ποιες είναι οι αξίες του,
  • ποιες συνέπειες έχει κάθε επιλογή,
  • ποια απόφαση είναι περισσότερο αυθεντική και υπεύθυνη.

7. Δημιουργεί μια διορθωτική σχεσιακή εμπειρία

Ένας άνθρωπος που έχει βιώσει κριτική, απόρριψη ή συναισθηματική παραμέληση μπορεί να περιμένει ότι και ο θεραπευτής θα τον κρίνει ή θα τον εγκαταλείψει.

Η σταθερή και αποδεκτική θεραπευτική σχέση μπορεί να προσφέρει μια νέα εμπειρία:

  • μπορώ να εκφράσω διαφωνία χωρίς να καταστραφεί η σχέση,
  • μπορώ να δείξω ευαλωτότητα χωρίς να εξευτελιστώ,
  • μπορώ να βάλω όρια χωρίς να απορριφθώ,
  • μπορώ να κάνω λάθος και να παραμείνω αποδεκτός,
  • μπορώ να είμαι ο εαυτός μου χωρίς να χρειάζεται να αποδείξω την αξία μου.

Σε ποιες δυσκολίες μπορεί να βοηθήσει

Η Προσωποκεντρική Προσέγγιση μπορεί να προσφέρει υποστήριξη σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν:

  • άγχος,
  • κατάθλιψη,
  • χαμηλή αυτοεκτίμηση,
  • δυσκολίες ταυτότητας,
  • πένθος και απώλεια,
  • προβλήματα σχέσεων,
  • μοναξιά,
  • συναισθηματική καταπίεση,
  • τελειομανία,
  • έντονη αυτοκριτική,
  • επαγγελματική εξουθένωση,
  • σημαντικές αλλαγές ζωής,
  • υπαρξιακές ανησυχίες,
  • ανάγκη προσωπικής ανάπτυξης.

Δεν εφαρμόζεται ως ένα ενιαίο πρωτόκολλο για όλους. Η θεραπευτική διαδικασία προσαρμόζεται στον άνθρωπο, στον ρυθμό και στις ανάγκες του.

Προσωποκεντρική προσέγγιση και τραύμα

Στην εργασία με τραυματικές εμπειρίες, είναι ιδιαίτερα σημαντικό το άτομο να μην πιέζεται να αποκαλύψει ή να επεξεργαστεί γεγονότα πριν αισθανθεί αρκετή ασφάλεια.

Η προσωποκεντρική στάση προσφέρει:

  • έλεγχο στον θεραπευόμενο,
  • σεβασμό στον προσωπικό ρυθμό,
  • αναγνώριση των ορίων,
  • αποφυγή επανατραυματισμού,
  • επικύρωση της εμπειρίας,
  • ασφαλή θεραπευτική παρουσία.

Ο θεραπευόμενος αποφασίζει τι είναι έτοιμος να μοιραστεί και πότε.

Η θεραπεία δεν αντιμετωπίζει τις αντιδράσεις του τραύματος ως αδυναμία. Τις κατανοεί ως τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος προσπάθησε να προστατευτεί και να επιβιώσει.

Προσωποκεντρική προσέγγιση και σχέσεις

Πολλές σχεσιακές δυσκολίες συνδέονται με τον φόβο ότι ο αληθινός εαυτός δεν θα γίνει αποδεκτός.

Το άτομο μπορεί:

  • να κρύβει τις ανάγκες του,
  • να αποφεύγει τη σύγκρουση,
  • να προσαρμόζεται υπερβολικά,
  • να φοβάται την εγκατάλειψη,
  • να δυσκολεύεται να δεχτεί αγάπη,
  • να παραμένει σε επιβλαβείς σχέσεις,
  • να αισθάνεται ότι χάνει τον εαυτό του μέσα στη σύνδεση.

Στη θεραπεία μαθαίνει σταδιακά να συνδέεται χωρίς να ακυρώνει τον εαυτό του.

Η αυθεντική σχέση δεν απαιτεί απόλυτη συμφωνία. Απαιτεί χώρο για:

  • διαφορά,
  • αμοιβαιότητα,
  • ειλικρίνεια,
  • όρια,
  • ευαλωτότητα,
  • σεβασμό.

Ο ρόλος της σιωπής

Η σιωπή στη θεραπεία δεν αποτελεί απαραίτητα αμηχανία ή έλλειψη προόδου.

Μπορεί να προσφέρει χρόνο:

  • για επεξεργασία,
  • για επαφή με το συναίσθημα,
  • για αναγνώριση μιας ανάγκης,
  • για ανάδυση μιας σκέψης,
  • για εσωτερική ακρόαση.

Ο ψυχολόγος δεν βιάζεται πάντοτε να καλύψει τη σιωπή. Παραμένει παρών, επιτρέποντας στον θεραπευόμενο να βρει τον δικό του ρυθμό και τα δικά του λόγια.

Προσωποκεντρική και συνθετική θεραπεία

Η προσωποκεντρική στάση μπορεί να αποτελεί τη βάση ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται πιο δομημένες τεχνικές από άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις.

Μπορεί να συνδυάζεται με:

  • Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία,
  • συστημική ψυχοθεραπεία,
  • θεραπεία σχημάτων,
  • θεραπεία αποδοχής και δέσμευσης,
  • τεχνικές συναισθηματικής ρύθμισης,
  • νευροψυχολογική αποκατάσταση,
  • ψυχοεκπαίδευση.

Ο συνδυασμός δεν σημαίνει ότι το άτομο προσαρμόζεται σε ένα έτοιμο μοντέλο. Οι τεχνικές επιλέγονται και προσαρμόζονται με σεβασμό στις ανάγκες, στις δυνατότητες και στις προτιμήσεις του θεραπευόμενου.

Η γνωσιακή νευροψυχολογική οπτική

Ως γνωσιακός νευροψυχολόγος, συνδυάζω την προσωποκεντρική θεραπευτική στάση με την κατανόηση των γνωστικών και συναισθηματικών λειτουργιών.

Λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως:

  • η προσοχή,
  • η μνήμη,
  • η γλώσσα,
  • η ταχύτητα επεξεργασίας,
  • οι εκτελεστικές λειτουργίες,
  • η συναισθηματική ρύθμιση,
  • η νευρολογική ή αναπτυξιακή ιστορία,
  • η γνωστική κόπωση,
  • η ικανότητα αυτοπαρατήρησης.

Όταν υπάρχουν γνωστικές ή νευρολογικές δυσκολίες, η επικοινωνία και η θεραπευτική διαδικασία προσαρμόζονται.

Μπορεί να χρησιμοποιηθούν:

  • πιο απλή και σαφής γλώσσα,
  • περισσότερο χρόνος επεξεργασίας,
  • επανάληψη βασικών σημείων,
  • γραπτές ή οπτικές υπενθυμίσεις,
  • μικρότερα θεραπευτικά βήματα,
  • πρακτικές ασκήσεις,
  • συνεργασία με την οικογένεια ή άλλους επαγγελματίες, όταν χρειάζεται και υπάρχει συναίνεση.

Η παρουσία μιας γνωστικής δυσκολίας δεν μειώνει το δικαίωμα του ανθρώπου να συμμετέχει στις αποφάσεις και να αντιμετωπίζεται με αξιοπρέπεια.

Τι δεν είναι η Προσωποκεντρική Προσέγγιση

Δεν είναι:

  • απλή φιλική συζήτηση,
  • παθητική ακρόαση χωρίς θεραπευτικό σκοπό,
  • διαρκής συμφωνία με τον θεραπευόμενο,
  • απουσία ορίων,
  • αποφυγή δύσκολων θεμάτων,
  • άρνηση αξιολόγησης ή διάγνωσης όταν χρειάζεται,
  • πεποίθηση ότι η αποδοχή αρκεί σε κάθε κλινική κατάσταση,
  • υποκατάσταση της ιατρικής ή ψυχιατρικής φροντίδας.

Ο ψυχολόγος μπορεί να θέσει ερωτήματα, να επισημάνει αντιφάσεις, να αναγνωρίσει κινδύνους και να προτείνει διαφορετικό επίπεδο φροντίδας.

Η διαφορά είναι ότι το κάνει μέσα σε μια σχέση σεβασμού, συνεργασίας και αποδοχής, όχι από θέση επιβολής.

Πότε χρειάζεται συνεργασία με άλλον ειδικό

Η Προσωποκεντρική Προσέγγιση μπορεί να αποτελεί σημαντικό μέρος της φροντίδας, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζεται παράλληλη ή διαφορετική υποστήριξη.

Μπορεί να χρειάζεται συνεργασία με:

  • ψυχίατρο,
  • νευρολόγο,
  • γιατρό,
  • λογοθεραπευτή,
  • εργοθεραπευτή,
  • κοινωνικό λειτουργό,
  • άλλο εξειδικευμένο επαγγελματία.

Όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος αυτοτραυματισμού, αυτοκτονίας, βλάβης άλλου ανθρώπου, σοβαρή αποδιοργάνωση ή αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών, προτεραιότητα αποτελεί η άμεση αξιολόγηση και προστασία.

Ο στόχος της θεραπείας

Ο στόχος δεν είναι να μετατραπεί ο άνθρωπος σε αυτό που οι άλλοι περιμένουν από εκείνον.

Ο στόχος είναι να μπορέσει:

  • να κατανοήσει βαθύτερα την εμπειρία του,
  • να αναγνωρίζει και να αποδέχεται τα συναισθήματά του,
  • να ακούει τις πραγματικές ανάγκες του,
  • να μειώσει την αυτοκριτική,
  • να εμπιστεύεται περισσότερο τον εαυτό του,
  • να αναπτύσσει σαφέστερα όρια,
  • να δημιουργεί πιο αυθεντικές σχέσεις,
  • να παίρνει αποφάσεις σύμφωνα με τις αξίες του,
  • να αναλαμβάνει ευθύνη χωρίς να αυτοτιμωρείται,
  • να ζει με μεγαλύτερη εσωτερική ελευθερία.

Στην Προσωποκεντρική Προσέγγιση, ο ψυχολόγος δεν περπατά μπροστά από τον θεραπευόμενο για να του δείξει τη μοναδική σωστή κατεύθυνση ούτε πίσω του ως απλός παρατηρητής.

Περπατά δίπλα του, προσφέροντας παρουσία, κατανόηση, ειλικρίνεια και έναν ασφαλή χώρο μέσα στον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να συναντήσει πιο αυθεντικά τον εαυτό του και να διαμορφώσει τη δική του πορεία αλλαγής.

Θέλετε να μιλήσουμε για αυτό;

Μπορείτε να κλείσετε συνεδρία για μια πιο προσωπική και ολοκληρωμένη διερεύνηση.